εγκαυστική

εγκαυστική

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Απροϋπόθετες απαλλαγές στα Θρησκευτικά;

1488867_562219483862595_360417495_n

του Σταύρου Γιαγκάζογλου         

http://frear.gr/?p=10888

1. Το δικαίωμα της απαλλαγής

Το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπει την καλλιέργεια και ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών στη δημόσια εκπαίδευση. Επειδή, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1, «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη» και «Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη…», για τη θρησκευτική αγωγή προβλέπονται απαλλαγές και εξαιρέσεις, όταν ορισμένοι μαθητές ή οι κηδεμόνες τους το αιτούνται. Η θρησκευτική ελευθερία, η οποία αποτελεί συνταγματική επιταγή αλλά και όρο του Ν. 1566, διασφαλίζεται στη δημόσια εκπαίδευση με τη γνώση και τον διάλογο. Κι αυτό γιατί συχνά η έλλειψη γνώσης υπονομεύει τη θρησκευτική ελευθερία, καθώς καθιστά τον απληροφόρητο για το εν γένει θρησκευτικό φαινόμενο μαθητή ευάλωτο σε θρησκευτική παραπλάνηση. Ωστόσο, οι γονείς έχουν το δικαίωμα να εξασφαλίζουν για τα παιδιά τους μόρφωση και εκπαίδευση, η οποία να συμφωνεί με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις (Προσθ. Πρωτ. 1, αρθρ. 2 ΕΣΔΑ).

2. Ποιοι και γιατί απαλλάσσονται

Η θρησκευτική ελευθερία διασφαλίζεται στην εκπαίδευση με τη γνώση και με τον διάλογο, αλλά και με το δικαίωμα της απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών. Όπως πάντοτε γινόταν και συνεχίζει να γίνεται στο ελληνικό δημόσιο σχολείο, δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα έχουν οι αλλόθρησκοι, οι ετερόδοξοι και εκείνοι οι μαθητές που, για σοβαρούς λόγους θρησκευτικής συνείδησης, το επιθυμούν. Ωστόσο, το μέτρο της απαλλαγής δεν μπορεί να ισχύει για όλους τους μαθητές, δηλαδή και για τους ορθόδοξους. Γιατί όταν γενικεύεται η δυνατότητα απαλλαγής, χωρίς μάλιστα να απαιτείται εξήγηση ή άλλη τεκμηρίωση, τότε ένα μάθημα που ανήκει στον κορμό των μαθημάτων γενικής παιδείας, όπως είναι το μάθημα των Θρησκευτικών, καθίσταται αυτομάτως μάθημα προαιρετικό. Με την ίδια λογική, μια σειρά άλλων μαθημάτων, όπως η Ιστορία ή η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή θα ήταν δυνατό για ορισμένες ομάδες μαθητών του ελληνικού σχολείου να γίνουν προαιρετικά μαθήματα. Θα ήταν ακόμη δυνατό οποιοδήποτε θρησκευτικό στοιχείο ή αναφορά εμπεριέχεται στα διδακτικά βιβλία να ζητείται να αφαιρεθεί, εφόσον κάποιος μαθητής έχει διαφορετική άποψη ή πεποίθηση ανάλογα με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή ιδεολογικές τους προτιμήσεις.

Επισημαίνεται πάντως ότι αυτό που επιχειρεί η απροϋπόθετη και δίχως τεκμηρίωση δυνατότητα απαλλαγής να θεραπεύσει, δηλαδή, τη μη αποκάλυψη των ατομικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, εντέλει επιτυγχάνονται τα εντελώς αντίθετα, δηλαδή, η απαλλαγή στην πράξη προκαλεί διαχωρισμό και διακρίσεις μεταξύ των μαθητών.

3. Η Ευρωπαϊκή πραγματικότητα και το δικαίωμα στη γνώση
Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι ενταγμένο από συστάσεως του ελληνικού κράτους στον κορμό των μαθημάτων του σχολείου, τα δε αναλυτικά προγράμματα του μαθήματος, όπως και όλων των άλλων μαθημάτων, είναι νόμος του κράτους. Από τότε μέχρι σήμερα, το μάθημα έχει αλλάξει πολλές φορές ύφος και περιεχόμενο, ανάλογα με τις εκάστοτε απαιτήσεις και τα δεδομένα της κάθε εποχής. Όμως πάντοτε η ελληνική Πολιτεία είχε αυτή και όχι άλλος φορέας την εποπτεία, τον διαρκή έλεγχο, τον σχεδιασμό των προγραμμάτων σπουδών και των βιβλίων αλλά και τον διορισμό, την επιμόρφωση και αξιολόγηση των θεολόγων εκπαιδευτικών. Ακόμη, κατά το Σύνταγμα, η Πολιτεία μεριμνά ώστε, παρέχοντας θρησκευτική αγωγή, να μην παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία κανενός.

Από τις βασικότερες επιδιώξεις της εκπαίδευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να εφοδιάσει τους μαθητές με τα στοιχεία εκείνα που είναι απαραίτητα, ώστε να ζήσουν αρμονικά στις πολυπολιτισμικές κοινωνίες της Ευρώπης και του κόσμου. Να γνωρίσουν, δηλαδή, οι μαθητές, όχι μόνο τη δική τους θρησκευτική κληρονομιά, αλλά και τις θρησκευτικές παραδόσεις και αξίες και άλλων ανθρώπων. Η επιδίωξη αυτή πέραν του ότι στοχεύει, με βάση τη γνώση, στον σχηματισμό μιας κοινωνίας ανεκτικότερης στην ετερότητα, υλοποιεί παράλληλα και το δικαίωμα του παιδιού στη γνώση.

Ασκώντας το έργο αυτό η Πολιτεία, μπορεί να προφυλάσσει το σχολείο από εκδηλώσεις θρησκευτικού φονταμενταλισμού και άλλες ακραίες εκδηλώσεις θρησκευτικής πίστης, αλλά και να αποτρέπει, στο μέτρο του δυνατού, την ανάπτυξη επικίνδυνων για το κοινωνικό σώμα θρησκευτικών ομάδων ή σεκτών.

4. Το ισχύον θρησκευτικό μάθημα

Το υφιστάμενο μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και οι προσανατολισμοί και οι επιλογές της δημόσιας εκπαίδευσης, πέρασε από διάφορες φάσεις, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον μονοφωνικό ή κατηχητικό ή αυστηρά ομολογιακό. Σήμερα τείνει σταθερά να είναι ένα μάθημα ανοικτό και ανεκτικό προς τις άλλες χριστιανικές ομολογίες αλλά και τις άλλες θρησκείες με γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα.

Ως εκ τούτου, το μάθημα των Θρησκευτικών συνιστά γνωριμία με τα μορφωτικά αγαθά, τις αξίες και τον πολιτισμό που διαμόρφωσε ο Χριστιανισμός και η ορθόδοξη παράδοση, ενώ παράλληλα διδάσκεται το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά και οι μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις των λαών. Ακόμη, στο πλαίσιο του μαθήματος, τα κοινωνικά και υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου προσεγγίζονται με πνεύμα διαλόγου, ελευθερίας και καταλλαγής, χωρίς ομολογιακή εμμονή, κατηχητισμό, φανατισμό ή μισαλλοδοξία. Με άλλα λόγια, το σύγχρονο μάθημα των Θρησκευτικών βοηθά στην κατανόηση της παράδοσης και εκφράζει τον θρησκευτικό πολιτισμό μας με σεβασμό προς κάθε άλλη θρησκευτική ετερότητα.

Το μάθημα των Θρησκευτικών στη χώρα μας, ενταγμένο οργανικά στην παρεχόμενη από την Πολιτεία εκπαίδευση, διαλέγεται με τα άλλα μαθήματα στο πλαίσιο της διαθεματικής και διεπιστημονικής προσέγγισης της σχολικής γνώσης, η οποία αποσκοπεί στην καλλιέργεια ενός γνήσιου ανθρωπισμού. Η διαμόρφωση αξιών, στάσεων, η υπέρβαση των προκαταλήψεων, των στερεοτύπων και των διακρίσεων, η αποδοχή των διαφορών, η επίλυση των αντιπαλοτήτων, η ανάλυση και συζήτηση μεγάλων σύγχρονων προβλημάτων συνδέονται με τις αξίες και την υπαρξιακή στάση που προκύπτει από το ήθος της ελληνορθόδοξης παράδοσης.

Ως εκ της θέσεώς του στον κορμό των μαθημάτων, δεν μπορεί να είναι «μονοφωνικό» και «μονόπλευρο». Είναι γεγονός ότι ο διάλογος των μαθημάτων στην ελληνική σχολική πραγματικότητα, διαμόρφωσε τις τελευταίες δεκαετίες νέες δυνατότητες και νέους ορίζοντες στη διδασκαλία και του θρησκευτικού μαθήματος. Το θρησκευτικό μάθημα με σαφή τον γνωσιολογικό του χαρακτήρα και απελευθερωμένο από την παλαιά αντίληψη που το ήθελε στενά ομολογιακό, κατηχητικό και ηθοπλαστικό, εγκεντρίζεται, πολλές φορές κριτικά και αυτοκριτικά, κυρίως, στα μορφωτικά και πολιτιστικά αγαθά της ελληνικής ορθόδοξης παράδοσης και του βυζαντινού πολιτισμού. Δίνοντας έμφαση στην ιστορία και στον πολιτισμό, έχει συνάμα ανοικτούς ορίζοντες και διαλέγεται με τα ζητήματα και τις προτεραιότητες που θέτει ο ραγδαία μεταβαλλόμενος σύγχρονος κόσμος και πολιτισμός. Αναμφίβολα, λοιπόν, προσφέρει στην υπόθεση της παιδείας στον τόπο μας και έχει πολλά ακόμη να συνεισφέρει στο πλαίσιο της διαπολιτισμικής αγωγής.

Αν, λοιπόν, καθιερωθεί στο δημόσιο σχολείο προαιρετικό μάθημα Θρησκευτικών, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος το υπάρχον θρησκευτικό μάθημα να προσανατολισθεί προς μια απόλυτα ομολογιακή και κατηχητική έκφραση. Στην περίπτωση αυτή, είναι φανερό ότι θα υποβαθμιστούν οι υπάρχουσες Θεολογικές Σχολές των Πανεπιστημίων, ενώ οι εκπαιδευτικοί που θα διδάσκουν ένα αμιγώς ορθόδοξο κατηχητικό-ομολογιακό θρησκευτικό μάθημα, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο του μαθήματος, δεν θα εποπτεύονται και ελέγχονται από τα θεσμοθετημένα όργανα της Πολιτείας, αλλά απευθείας από την Εκκλησία. Εάν στο ελληνικό σχολείο προταθεί η διδασκαλία ενός καθαρά κλειστού κατηχητικού-ομολογιακού μαθήματος για τους ορθόδοξους μόνον, ή κάθε θρησκείας σε χωριστή τάξη, που θα είναι εκ των πραγμάτων προαιρετικό, ώστε να ικανοποιηθούν, ει δυνατόν, οι πάντες, τότε μπορεί να εμφανιστεί στα σχολεία ένα πρωτόγνωρο για την Ελλάδα φαινόμενο, αυτό της θρησκευτικής ομοσπονδοποίησης του σχολείου. Η θρησκευτική ομοσπονδοποίηση του σχολείου μπορεί να οδηγήσει μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα στην εκχώρηση της ευθύνης του θρησκευτικού μαθήματος από την Πολιτεία στις επιμέρους θρησκευτικές κοινότητες. Θα είναι η χειρότερη εξέλιξη, δεδομένης της μόνιμης ροπής των θρησκειών προς τον φονταμενταλισμό και την παραδοσιοκρατία. Αν τούτο συσχετιστεί με το δεδομένο ιστορικό γεγονός ότι στα Βαλκάνια και στην νοτιοανατολική Ευρώπη η θρησκεία υπήρξε σχεδόν πάντα παράγων εθνογένεσης, απαιτείται να μελετηθούν σε βάθος οι ποικίλες παράμετροι ενός τέτοιου εγχειρήματος.

Θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε εδώ ότι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, όταν το 2004 ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών εξεδήλωσε πρόθεση κηδεμονίας του μαθήματος (βλ. περ. Εκκλησία Δεκ. 2004-Ιαν. 2005), απάντησε ότι «το θρησκευτικό μάθημα δεν αντιμετωπίζεται ως ένα ειδικό μάθημα – με ό,τι αυτό συνεπάγεται – αλλά ως ένα κανονικό μάθημα του σχολικού προγράμματος». Ως εκ τούτου, το αναλυτικό πρόγραμμα και τα βιβλία των Θρησκευτικών, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, «είναι έργο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ως ανεξάρτητης δημόσιας υπηρεσίας, η οποία υπάγεται κατευθείαν στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων» και όχι της Εκκλησίας.

Θρησκευτική κατήχηση – όποιο κι αν είναι το θεματικό της περιεχόμενο – και δημόσιο σχολείο δεν μπορούν να συνδυαστούν στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές και πλουραλιστικές κοινωνίες. Αυτό, κατά τη γνώμη μας, θα πλήξει καίρια ένα ανοικτό, πλουραλιστικό, διαπολιτισμικό και ανεκτικό προς την ετερότητα θρησκευτικό μάθημα που χωράει, ενδιαφέρει και απευθύνεται σε όλους.

5. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου

Τα νέα Προγράμματα Σπουδών (ΠΣ) στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου αναδιατάσσουν το πλαίσιο και διευρύνουν τη νομιμοποιητική βάση του μαθήματος, ώστε ρητά και εκπεφρασμένα, τυπικά και ουσιαστικά, να μην θεωρείται πλέον θρησκευτική κατήχηση ή ομολογιακό μάθημα, αλλά ένα μάθημα
ierem2006
με σαφώς ανοικτό, πλουραλιστικό και μορφωτικό-γνωσιολογικό περιεχόμενο. Ως βάση του χρησιμοποιείται το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά, οι μεγάλες θρησκείες του κόσμου, ο Χριστιανισμός και η Ορθοδοξία ειδικότερα, με έμφαση στην ιστορία και στον πολιτισμό. Τούτο, άλλωστε, ισχύει εν πολλοίς και στα υπάρχοντα αναλυτικά προγράμματα και βιβλία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για εκσυγχρονισμό και προσαρμογή στα σημερινά δεδομένα, τόσο του χαρακτήρα όσο και του περιεχομένου του μαθήματος, όπως άλλωστε οι ίδιοι οι θεολόγοι-εκπαιδευτικοί έχουν επισημάνει σε συνέδρια των τελευταίων ετών με κεντρικό άξονα τον παραπάνω προβληματισμό.

Οι μαθητές οφείλουν να προσεγγίζουν τα παραπάνω από ιστορική και πολιτισμική σκοπιά, όχι μόνο για να γνωρίζουν τη δική τους θρησκευτική παράδοση αλλά και τις θρησκευτικές παραδόσεις των άλλων ανθρώπων με τους οποίους διαβιούν στις σύγχρονες ανοικτές και πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Με την εισαγωγή των νέων αυτών προγραμμάτων σπουδών, η θρησκευτική αγωγή δεν συνιστά επ’ ουδενί παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας κανενός μαθητή. Αντίθετα, απευθύνεται και ενδιαφέρει όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως ομολογίας ή θρησκεύματος.

6. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι Εθνικές Ανεξάρτητες Αρχές και οι απροϋπόθετες απαλλαγές στα Θρησκευτικά

Με δεδομένο ότι κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα τη σχολική καθημερινότητα από τους μαχόμενους εκπαιδευτικούς, σημειώνουμε τα εξής:

Οι δικαστικές αποφάσεις και οι γνωμοδοτήσεις των Ανεξάρτητων Αρχών ορίζουν ένα πλαίσιο δράσης. Η διοίκηση του Υπουργείου Παιδείας θα πρέπει με προσεκτικές από κάθε άποψη διαδικασίες να τις υλοποιήσει. Πάντως, ο σχεδιασμός και η στρατηγική της εκπαίδευσης, αλλά και η κατάρτιση των αναλυτικών προγραμμάτων και η σύνταξη των σχολικών βιβλίων είναι έργο και ευθύνη της επιστημονικής, παιδαγωγικής και εκπαιδευτικής κοινότητας, η οποία εκφράζεται από τα θεσμοθετημένα όργανα της Πολιτείας. Όπου, για κάθε ζήτημα της εκπαίδευσης, γίνεται ευρεία συζήτηση, αντιπαράθεση απόψεων, ουσιαστικά ένας εθνικός διάλογος. Οι αποφάσεις και τα πορίσματα που αφορούν κάθε μάθημα, άρα και το μάθημα των Θρησκευτικών, λαμβάνονται σε ολομέλειες θεσμοθετημένων οργάνων, τα οποία έχουν κύριο μέλημα την εφαρμογή των νόμων της Πολιτείας, την αναπλαισίωση της επιστημονικής γνώσης και την κοινωνική πραγματικότητα.

Με βάση την μέχρι τώρα σχολική εμπειρία, επισημαίνεται ότι οι απροϋπόθετες απαλλαγές στα Θρησκευτικά δημιουργούν ποικίλα προβλήματα, γιατί ακόμη και οι προβλεπόμενες ρυθμίσεις για την απασχόληση των απαλλαγέντων από τα Θρησκευτικά μαθητών με διαφορετικό διδακτικό αντικείμενο σε άλλο τμήμα δεν μπορούν να υλοποιηθούν στη σχολική πράξη και λειτουργία, με αποτέλεσμα οι μαθητές να παραμένουν τελικά εκτός μαθήματος.

Η διαδικασία απαλλαγής πρέπει ασφαλώς να ελέγχεται από τον Διευθυντή του σχολείου, όπως προέβλεπε και συνιστούσε και η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και όπως προβλέπει η ισχύουσα πλέον εγκύκλιος του Υπουργείου Παιδείας (12773/Δ2/23.1.2015), ώστε πράγματι να απαλλάσσεται ο μαθητής που επικαλείται λόγους θρησκευτικής συνείδησης και να αποκλειστεί η περίπτωση απαλλαγής για λόγους «ευκολίας» (ένα μάθημα λιγότερο, κενό κ.ά.).

7. Το διοικητικό πλαίσιο δεν είναι ανεξάρτητο από το παιδαγωγικό

Στο δημόσιο σχολείο, ευαίσθητα ζητήματα, όπως είναι η ταυτότητα και η φυσιογνωμία ενός μαθήματος, ο υποχρεωτικός ή προαιρετικός του χαρακτήρας, δύσκολα αντιμετωπίζονται με υπηρεσιακές και γραφειοκρατικές αποφάσεις, δίχως να έχουν προηγουμένως αναλυθεί και ζυγιστεί οι επιπτώσεις τους στο παιδαγωγικό πλαίσιο και κλίμα του συγκεκριμένου μαθήματος, στην καθημερινή λειτουργία του σχολείου, στην εν γένει σχολική ζωή, στα λειτουργικά προβλήματα αλλά και τα νέα δεδομένα, τα οποία κατ’ ανάγκην θα συνεπιφέρουν στην εκπαιδευτική διαδικασία. Οποιαδήποτε παρέμβαση ή αλλαγή στο διοικητικό πλαίσιο της εκπαίδευσης έχει άμεσες επιπτώσεις και στο παιδαγωγικό.

Για όλους αυτούς τους λόγους θα έπρεπε, πριν αποφανθεί η ΑΠΠΔ περί των απαλλαγών στα Θρησκευτικά, χρειάζεται να προσεγγίσει το ζήτημα σε βάθος και από κάθε πλευρά, φροντίζοντας ώστε οι προτάσεις και οι προτεινόμενες λύσεις να είναι συμβατές με το Σύνταγμα, τον Ν. 1566, τις αποφάσεις των δικαστηρίων (αποφάσεις ΣτΕ, πρόσφατες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Χανίων (115/2012 & 1/2015) [1], τις συστάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, την ύπαρξη των νέων και εντελώς πρωτοποριακών προγραμμάτων σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου (2011, 2014, 2015), την αρχή της ανεξιθρησκίας, την πραγματικότητα των αλλοδαπών μαθητών στο ελληνικό σχολείο, αλλά και το όλο παιδαγωγικό πλαίσιο και τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του μαθήματος.

8. Νέα δεδομένα στα σχολεία;

Με την απροϋπόθετη δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, εισάγονται κυριολεκτικά νέα δεδομένα στο σχολείο και στον σχολικό πολιτισμό. Εισάγεται, στην κυριολεξία, ένα σύστημα για μαθητές δύο ταχυτήτων, εκείνων που θα έχουν λιγότερα μαθήματα και, άρα, θα έχουν περισσότερα κενά και όσων θα έχουν περισσότερα μαθήματα και δεν θα έχουν κενά κ.λπ. Επιπλέον, οι μαθητές, ούτως ή άλλως, στιγματίζονται με την απαλλαγή ή την μη απαλλαγή, ενώ διακυβεύεται η θέση και το παιδαγωγικό status του δημόσιου σχολείου. Όταν, όμως, ένα μάθημα αμφισβητείται πολλαπλώς, με τη δυνατότητα της εύκολης απαλλαγής από αυτό, πολλά μπορεί να συμβαίνουν σε κάθε σχολείο.

Κατά την διδακτική πράξη, π.χ. είναι δυνατό άλλοτε να σκληραίνει και να στενεύει φανατικά ο ομολογιακός του χαρακτήρας και, άλλοτε, για τους ίδιους λόγους, να διολισθαίνει σε μιαν ανεξέλεγκτη κατάσταση. Ακόμη, υπάρχει το ενδεχόμενο πολλοί γονείς για λόγους ευσέβειας, δηλαδή, εκ του αντιθέτου λόγου κινούμενοι, να ζητούν την απαλλαγή των παιδιών τους από τα Θρησκευτικά, γιατί, απλώς, δεν θα συμφωνούν με την μη ομολογιακή ή ακραιφνώς παραδοσιακή και ορθόδοξη γραμμή στη διδασκαλία του θεολόγου εκπαιδευτικού. Ένας σημαντικός αριθμός μαθητών, ενδεχομένως, να απαλλάσσεται από τα Θρησκευτικά, για να έχει ένα μάθημα λιγότερο, για να σχολάει νωρίτερα, για να έχει κενό κ.λπ.. Η τραγελαφική αυτή κατάσταση θα σημάνει γελοιοποίηση του μαθήματος, αλλά και των διδασκόντων με αρνητικές συνέπειες στο παιδαγωγικό κλίμα και στην καθημερινότητα του σχολείου.

Συνοψίζοντας, το υφιστάμενο μάθημα των Θρησκευτικών δεν αποτελεί μύηση σε μια εθνοκεντρική ή ομολογιακή ορθοδοξία, αλλά αποτελεί γνώση και μελέτη του Χριστιανισμού ως βιβλικής ιστορίας και βιβλικού λόγου, ως ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης και ως πολιτιστικής έκφρασης σε οικουμενικό πλαίσιο. Συνάμα, στις μεγαλύτερες τάξεις επιδιώκεται η γνωριμία με τη θρησκεία ως πανανθρώπινο φαινόμενο καθώς και με τα μεγάλα θρησκεύματα ανά τον κόσμο, αλλά και η σπουδή μιας σειράς από θέματα χριστιανικής ηθικής με επίκεντρο την ελευθερία, την ευθύνη και την ακεραιότητα του ανθρώπινου προσώπου και με κριτικές αναφορές στα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα. Σε στενό σύνδεσμο με τη συνέχεια και την παράδοση του ελληνικού πολιτισμού, το μάθημα των Θρησκευτικών είναι, και οφείλει να συνεχίσει να είναι, κριτικό για κάθε μορφή θρησκευτικής παθολογίας, ανταποκρινόμενο στις ανάγκες μιας ελεύθερης πλουραλιστικής δημοκρατικής κοινωνίας.

Είναι βέβαιο ότι η μετατροπή του σε προαιρετικό ή και αμφισβητούμενο μάθημα θα υποβαθμίσει σε όλο το ελληνικό δημόσιο σχολείο τη γνωριμία, την αντίληψη και τη θέση της Ορθοδοξίας στην ελληνική παράδοση και πολιτιστική κληρονομιά. Αντίθετα, η εισαγωγή των νέων προγραμμάτων σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου, θα σηματοδοτήσει την οριστική απομάκρυνση από την κατήχηση. Τα νέα αυτά προγράμματα μπορούν τυπικά και ουσιαστικά να διευρύνουν τους θεματικούς και παιδαγωγικούς ορίζοντές του μαθήματος, εκφράζοντας μια σύγχρονη προσέγγιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, η οποία συγκλίνει με ευρωπαϊκές επιλογές. ο σεβασμός της θρησκευτικής ετερότητας, η γνωριμία και ο διάλογος με τις άλλες χριστιανικές και θρησκευτικές παραδόσεις αποβαίνει βασικός άξονας του ΜτΘ. Στο πλαίσιο της δημιουργικής αποδοχής του πλουραλισμού και της διαπολιτισμικής προσέγγισης ως αφετηρίας για οποιαδήποτε σοβαρή εκπαιδευτική θεωρία και πρακτική, η θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών καλείται να παίξει ένα σοβαρό ρόλο στη δυνατότητα των μαθητών να διαχειρίζονται υπεύθυνα και δημιουργικά τον πλουραλισμό και τον διάλογο με τον «άλλον» και το «διαφορετικό».


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ [1]

Επισημαίνουμε ότι η απόφαση αυτή παράγει νομολογία δεσμευτική για την υπηρεσία και σαφώς επισημαίνει ότι:
1. Η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι υποχρεωτική.
2. Η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ορθόδοξων μαθητών, προεχόντως δε, κατά τη χριστιανική διδασκαλία και με βάση τις αρχές του πλουραλισμού, της πολυφωνίας και της πολυπολιτισμικότητας, αναγνωρίζεται ως συνταγματική επιταγή του άρθρου 16 παρ. 2 … (σ. 24-25).
3. Η αιτιολόγηση της άρνησης του μαθητή να παρακολουθήσει το ΜτΘ δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Η οικειοθελής προς τις κρατικές αρχές γνωστοποίηση του θρησκεύματος του ατόμου, γίνεται με πρωτοβουλία του και για την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων, που αναγνωρίζει η έννομη τάξη για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, μεταξύ αυτών είναι και η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών (σ. 10, 13).
4. Οι Διευθυντές των σχολικών μονάδων, οφείλουν να ελέγξουν τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων (λόγων) απαλλαγής, εάν όντως, δηλαδή, πρόκειται για άθεο ή ετερόδοξο ή ετερόθρησκο μαθητή (σ. 24-25).
5. Η απόφαση απορρίπτει τη χρήση του δικαιώματος της απαλλαγής με το απλό πρόσχημα ότι υπάρχουν λόγοι συνείδησης (σ.27 – 28). Η απόφαση δέχεται εμμέσως μεν, πλην σαφώς (βλ. σχετ. σελ. 24, 25, 27, σε συνδυασμό με σελ. 6 και 28) ότι αποτελεί ψευδή δήλωση προς δημόσια αρχή η αίτηση απαλλαγής από το ΜτΘ από Ορθόδοξους μαθητές.
6. Οι Προϊστάμενοι των Δ/νσεων με την υπ’ αριθμ. Φ.353.1./324/105657/Δ1 (ΦΕΚ Β’1340/16.10.2002) απόφαση του Υπουργού Παιδείας κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτούς καθηκόντων είναι υποχρεωμένοι να εφαρμόζουν την κείμενη νομοθεσία (σ.28)… οφείλουν μάλιστα να ελέγχουν την ορθή λειτουργία των σχολείων εποπτεύοντες, ότι οι Διευθυντές των σχολικών μονάδων κατά την ενάσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους ενεργούν ως ανωτέρω προς τήρηση της επιταγής του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 §1 του ν. 1566/1985, που ορίζουν ως υποχρεωτική την παρακολούθηση του ΜτΘ από τους Χριστιανούς Ορθόδοξους μαθητές και προς αποκλεισμό της απαλλαγής από το μάθημα αυτό μαθητών για άλλους λόγους πλην αυτών της θρησκευτικής συνείδησης, ενόψει και της ήδη παγιωμένης περί τούτου νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (σ. 27).
7. Η απόφαση αποδέχτηκε, επίσης, το σκεπτικό των αιτούντων ότι η γνώμη του Συνηγόρου του Πολίτη στις 17.11.2008, η οποία θεωρούσε ότι μπορεί να απαλλάσσονται οι μαθητές «για λόγους συνείδησης χωρίς να δηλώνεται ο λόγος της συγκεκριμένης αυτής επιλογής» είναι σε ευθεία αντίθεση με το Σύνταγμα, τους νόμους του Κράτους, τις εγκυκλίους του Υπουργείου Παιδείας, με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ (σ. 5). Διευκρινίζεται ότι οι απόψεις του Συνηγόρου του Πολίτη δεν δεσμεύουν τις κρατικές υπηρεσίες, όπως δέχεται η νομολογία των δικαστηρίων και συγκεκριμένα του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την 1041/2004 απόφασή του δέχεται επί λέξει «… η σιωπηρή άρνηση της Διοικητικής Αρχής να συμμορφωθεί σε πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτου δεν αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας» (σ. 6-7).



[Η ζωγραφική που συνοδεύει το κείμενο είναι του Πέρη Ιερεμιάδη.]



Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

το μάθημα των θρησκευτικών και η "προοδευτική'' μυωπία

Να σας ενημερώσω επειδή (προφανώς) δεν το γνωρίζετε - καίτοι θα το οφείλατε, ως έντιμοι δημοσιογράφοι:
στα Θρησκευτικά της Α Γυμνασίου, μιλώντας για την Παλαιά Διαθήκη, επιχειρείται η αποδόμηση της ιδέας των Εβραίων ως περιούσιου λαού του Θεού.
Στη Β Γυμνασίου, μιλώντας για τη ζωή και τη διδασκαλία του Χριστού, διδάσκονται μεταξύ άλλων η παραβολή του Καλού Σαμαρείτη και η Παραβολή της Μέλλουσας Κρίσης, κατά τις οποίες στην πρώτη αποδομείται η ιδέα ότι ως συνάνθρωπος νοείται μόνο ο συμπατριώτης κι ο ομόθρησκος και μάλιστα ο μετανάστης παρουσιάζεται όχι μόνο ως πλησίον, αλλά και ως ο καλός πλησίον, στη δε δεύτερη ο Θεός ταυτίζεται με το πρόσωπο του φυλακισμένου, του φτωχού και του ξένου.
Στη Γ Γυμνασίου τα παιδιά ενημερώνονται πάνω στο αδούλωτο (ενάντια στη θεοποίηση της εξουσίας) φρόνημα των Μαρτύρων, αλλά και στην κοινοχρησία και την αλλληλεγγύη που επεδείκνυε η πρώτη εκκλησία - αξίες που καλούνται να αναγνωρίσουν ως πρωταρχικές σε οποιαδήποτε κοινωνία.
Στην Α Λυκείου (σ' ένα όντως συντηρητικό βιβλίο, για το οποίο πληθαίνουν οι θεολογικές φωνές ότι καλό θα ήταν να υποβληθεί στη βάσανο της αλλαγής), τα παιδιά (εν τούτοις) καλούνται να αναγνωρίσουν το θρησκευτικό βίωμα όχι σαν τήρηση στεγνών και νεκρών εντολών, αλλά σαν μια διαρκή απόπειρα εσωτερικού διαλόγου με τον Θεό.
Στη Β Λυκείου υπάρχει η ενημέρωση (μικρή είναι η αλήθεια, αλλά υπάρχουν τα περιθώρια να το δουλέψει παραπάνω ένας θεολόγος) για τις περιπτώσεις που κατά τον 20ο αιώνα οι αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα συστρατεύονταν με τα πιο ρηξικέλευθα θεολογικά κινήματα (Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Θεολογία της Απελευθέρωσης κοκ), υπάρχει η ρητή υπενθύμιση ότι ο ρατσισμός αποτελεί για την εκκλησία αίρεση και βέβαια υπάρχει η γνώση όλων των μεγάλων θρησκειών (Ισλάμ, Ινδουισμός, Βουδισμός Αφρικάνικα θρησκεύματα κοκ.), χωρίς να επιχειρείται σε κανένα σημείο η υποτίμηση ή η υποβάθμισή τους απέναντι στο Χριστιανισμό.
Το βιβλίο της Γ Λυκείου (το οποίο επιτρέψτε μου να το συστήσω να το διαβάσει ο κάθε άνθρωπος που έχει κοινωνικές ευαισθησίες) καταπιάνεται με σύγχρονα θέματα που αφορούν τον καθένα μας (Ελευθερία, θανατική καταδίκη, ναρκωτικά, ΜΜΕ, το νόημα της ζωής κοκ) με αρωγούς τον Ντοστογέφσκι, τον Παύλο Σιδηρόπουλο, αλλά και όχι μόνο...
Να υποθέσω ότι το "Επιτέλους!" του τίτλου αφορά στην αδημονία της αριστεράς να απαλλαγεί η παιδεία μας από αυτές τις ιδέες; Ειλικρινά αδυνατώ να το πιστέψω. Όπως επίσης αδυνατώ να πιστέψω ότι μέσα στην πρεμούρα μας να πετάξουμε τα 'μπανάλ' Θρησκευτικά από ένα μοντέρνο σχολικό πρόγραμμα δεν αντιλαμβανόμαστε ότι ακυρώνοντας την αληθινή θρησκευτική παδεία, επιτρέπουμε να εμφανίζονται ως γνήσιοι εκφραστές του Θείου Λόγου ο κάθε Πειραιώς, ο κάθε Καλαβρύτων κι ο κάθε Παναγιώταρος. Τέτοιο δώρο στη Χρυσή Αυγή; Γιατί;

Γιώργος Γκρίλης, απάντηση στο "Επιτέλους, απαλλαγή από τα θρησκευτικά"
http://www.koutipandoras.gr/article/147381/epiteloys-apallagi-apo-ta-thriskeytika-horis-proapaitoymena

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

επιθετικός εκσυγχρονισμός και κοινωνική κρίση

Σε πρόσφατο άρθρο του στην «Καθημερινή» ο Θάνος Βερέμης απέδωσε τα αίτια της ενεστώσας κρίσης στον επίπλαστο εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας από τους πολιτικούς της, που της επέτρεψε να διατηρήσει τα παραδοσιακά της χαρακτηριστικά.
Με άλλα λόγια, για να χρησιμοποιήσω την ευθύβολη ορολογία του Ζακ λε Γκοφ, ο γενόμενος εκσυγχρονισμός των Ελλήνων δεν υπήρξε αρκούντως επιθετικός ούτως ώστε να κάμψει τους δισταγμούς της παραδοσιακής κοινότητας και να τη μεταβάλει έξωθεν. Κατά συνέπεια ο εκσυγχρονισμός υπήρξε ελλιπής και η παλινδρόμηση προς την «οθωμανική», κατά τον συγγραφέα, πολιτική παράδοση, αναπόφευκτη. Ακόμη και η Αριστερά κατηγορείται από τον αρθρογράφο ως εθνικιστική και αντιδυτική.
Είναι φανερή η απουσία πειστικού στοχασμού από μέρους των Νεοελλήνων εκσυγχρονιστών σχετικά με τα παραπάνω φαινόμενα. Οπως όμως έδειξε ο Νόρμπερτ Ελίας, η ασφαλής λειτουργία των θεσμών στη Δύση προϋποθέτει την αυτο-καταναγκαστική ενδοβολή τους εντός της ατομικής συνείδησης, ως συνθήκης κοινωνικής που επιτρέπει τόσο την αυτοανάπτυξη όσο και την έλλογη μετοχή στην κοινωνία των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων. Οι εξατομικευμένοι άνθρωποι δηλαδή στη Δύση παρήγαγαν κρατικό θεσμό, εν είδει κοινωνικού συμβολαίου, στα μέτρα τους, τον εμπιστεύθηκαν και τον εσωτερίκευσαν - λειτουργεί ο θεσμός στη Δύση κυριολεκτικά εκ των ένδον και όχι απλώς εξαιτίας του νόμου.
Πλην όμως η μακρότατη περίοδος της δουλείας τοποθέτησε βαθιά στα κύτταρα του Ελληνα την αποκλειστική πίστη μόνον σε κοινοτικές αξίες και την απόλυτη δυσπιστία προς τον κρατικό θεσμό, είτε διότι αυτός υπήρξε δημιούργημα του απηνούς κατακτητή για αιώνες, είτε διότι, μετά την απελευθέρωση, η εξωγενής θεσμική πανοπλία του νεόκοπου κρατιδίου δεν μπόρεσε ποτέ να πείσει πώς μπορεί να ενσωματώσει τις αξίες και την κοινωνική οντολογία της άμεσης υπαρξιακής κοινότητας των πρώην υποδούλων. Ας προστεθεί εδώ πως, στο πλαίσιο της ορθόδοξης ανθρωπολογίας, η ανάπτυξη της ατομικότητας συνυποθέτει απολύτως και δεν περιθωριοποιεί την κοινωνικότητα, όπως, αντιθέτως, συνέβη στη Δύση για αιώνες. Εδώ μάλιστα βρίσκεται και η μεγάλη αποτυχία των ιθαγενών διανοουμένων, η οποία δεν επέτρεψε την ανάπτυξη ενός γηγενούς ισορροπημένου θεσμικού εκσυγχρονισμού που να εκφράζει όμως ταυτόχρονα την πνευματική φυσιογνωμία του τόπου - όπως, για παράδειγμα, συνέβη στην Ιαπωνία ή στο Ισραήλ. Και λέγοντας φυσιογνωμία εδώ, δεν εννοούμε παγιωμένα χαρακτηριστικά αλλά τον ιδιαίτερο τρόπο οικείωσης του κόσμου και της ιστορίας που έχει κάθε πολιτισμός.
Εξαιτίας λοιπόν αυτής της ελεύθερης ενδοβολής του θεσμού στη Δύση, ο προσωπικός τυχόν μηδενισμός εκεί σπανίως επηρεάζει τον θεσμό, ενώ ο μηδενισμός του Ελληνα διαλύει τον εύθραυστο κοινοτικό του ιστό, ακριβώς διότι πρόκειται για ιστό προσωπικών ή συλλογικών αξιών, παράλληλο ή υπονομευτικό του αναξιόπιστου κρατικού θεσμού. Για την ακρίβεια, ο Ελληνας γίνεται μηδενιστής και αντικοινωνικός όταν απολέσει τα πνευματικά ερείσματα του κοινωνικώς συνυπάρχειν, αφού κανένα υπαρξιακά επεξεργασμένο σύστημα θεσμών (θεσμών, δηλαδή, που δεν επιβάλλονται απλώς έξωθεν) δεν υπάρχει στην παιδεία του, ικανό να τον πείσει να μην επεκτείνει τον προσωπικό του μηδενισμό προς την κοινωνία. Γι' αυτό και η ανάταξη του σημερινού μηδενισμού που οδήγησε και στην οικονομική κρίση, μπορεί ουσιαστικά κυρίως με πνευματικό τρόπο να γίνει - πρέπει να ξανατονιστεί η υπαρξιακή αξία του κοινωνικού σχηματισμού για την πληρότητα του ανθρώπου και μόνον κατόπιν να μιλήσουμε για θεσμό.
Ούτε είναι συνετό να θεωρούμε το νεότερο δυτικό κράτος ως δήθεν ευρισκόμενο εξ ορισμού υπεράνω παραδόσεων ή και μεταφυσικών αξιών. Η πρόσφατη ιστορία των ολοκληρωτικών κρατών, που και μεταφυσικές θέσεις διέθεταν και επιλεκτικές χρήσεις των παραδόσεων επιχείρησαν, αποδεικνύει το γεγονός. Είναι γι' αυτό ακριβώς που ένας στοχαστής σαν τον Μαρκούζε, μετά το σκληρό μάθημα του ναζισμού, επέμενε πως εάν οι παραδόσεις και οι πολιτισμοί δεν έχουν σοβαρό λόγο στην περί θεσμών συζήτηση, τότε ο εκσυγχρονισμός θα κινδυνεύσει να μεταβληθεί στην πράξη σε ολοκληρωτισμό. Ο επιθετικός εκσυγχρονισμός γίνεται έτσι ένας συγκρουσιακός εκσυγχρονισμός, διαθέτων μάλιστα συχνά όλο εκείνο το υλικό των εμμονών, των συγκρούσεων και των ενοχών που η ψυχανάλυση απέδωσε στις νευρώσεις. Οι κουλτούρες είναι το υφάδι των ισορροπημένων εκσυγχρονισμών.


π. Νικόλαος Λουδοβίκος, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 30/07/2010





Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

η άχρηστη "θεολογία"

Η απώλεια εκείνη της Θεολογίας, που είναι υπέρλογη και αχώριστη από την πνευματική εμπειρία, για χάρη των ευρύτατων και λεπτολόγων ορθολογιστικών κατασκευών, είναι ένας από τους δρόμους που οδηγούν στο σύγχρονο μηδενισμό, περνώντας αφετηριακά μέσα από το χριστιανισμό. Είναι μια τέτοια ορθολογιστική θεολογία, που γίνεται σκάνδαλο, που θέλει να καθυποτάξη και που τελικά αποδείχνεται άχρηστη.
Σκάνδαλο, γιατί ξεχνάει το μυστήριο που τη θεμελιώνει, μεταβάλλει το πιο καυτό γεγονός (δεν μπορεί κανείς να κοιμηθή έλεγε ο Pascal...) σε ουδετεροποιημένο αντικείμενο μιας γνώσης περιορισμένης, που μεταποιούν την τρέλλα του Σταυρού σε οργανωτική σύνεση. Και, βέβαια, αυτοί, όταν γράφουν θεολογία, δεν γράφουν με το αίμα τους, όπως παράγγελνε το αρχαίο ρητό: “Δώσε αίμα για να λάβεις Πνεύμα”. Πώς να μην συνυπογράψη κανείς την κρίση του Marcel More: “Ο λόγος εκείνων, που βρήκαν τρόπο να καθήσουν -ποιος ξέρει πώς- άνετα πάνω στο Σταυρό, δεν μπορή πια να έχη καμμιάν απήχηση σ΄ έναν αιώνα, που σπαράζεται από πραγματικότητες ουσιαστικά τραγικές”.
Σκάνδαλο, ακόμα αυτή η θεολογία, στο ποσοστό που θέλει να τοποθετηθή στο επίπεδο της εξαναγκαστικής “επιστημονικής” λογικότητας, εκείνης, που είναι ο απαραίτητος οργανωτής του κόσμου της πτώσης, του κόσμου της μόνιμης δουλείας. Αντίθετα με τη λογικότητα, η πίστη ελευθερώνει, ορίζοντας η ίδια μια διακινδύνευση: Ο Χριστός δεν κατέβηκε από το Σταυρό, και μόνο η ελεύθερη αγάπη μπορεί να Τον αναγνωρίση. Γι' αυτό και οι αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού χάνουν το νόημά τους, αφού δεν εγγράφονται σε ένα κλίμα ευγνωμοσύνης και δοξολογίας. Έτσι ο Θεός γίνεται μια εξήγηση για όλα και η “θρησκεία” αστικοποιείται μέσα στην άνεση των επιστημονικών αποδείξεων. Θεολογία των εγγυήσεων, ενώ η πίστη είναι προσωπική περιπέτεια του ανθρώπου στη συνάντησή του με την προσωπική περιπέτεια του Θεού.
Δίκαια λοιπόν αυτή η θεολογία είναι άχρηστη. Ο επιστημονικός ορθολογισμός, αφού ακονίστηκε στις θεολογικές έρευνες, βρήκε την πλήρη εφαρμογή του στην κατακυρίευση και τη διευθέτηση του έκπτωτου κόσμου. Σε αυτό τελικά το επίπεδο, ο Θεός καταλήγει να γίνεται μια λέξη, που μπορεί κανείς άνετα να την αγνοήση. Ο Θεός δεν έχει νόημα, -ή καλύτερα δεν δίνει νόημα- παρά σε μιαν ολότελα διαφορετική διάσταση, στη διάσταση της πνευματικής εμπειρίας, όπου το πρόσωπο δίνεται ολοκληρωτικά. Δεν υπάρχει πια μέλλον για το Θεό μιας ορθολογιστικής θεολογικής θεώρησης. Αυτός ο Θεός είναι νεκρός, είναι για τα καλά νεκρός.



Olivier Clement, Η θεολογία μετά τον “θάνατο του Θεού”, Αθήνα 1973